Η ΠΙΚΡΑ ΤΩΝ ΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ ΣΠΙΤΙΩΝ

Κατηγορία: ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ

                                                             

Νομίζω ο Νώντας ο εξάδελφος μου, που ζει πολλά - πολλά χρόνια στο Τορόντο του Καναδά είχε μιλήσει για την πίκρα των κλεισμενων σπιτιών.

Κι η εξαδέλφη η Ασπα (η μικρή) , ήταν, που έλεγε ότι από το 2007 εγώ απόμεινα πια η "αρχηγός" της οικογένειας μας... Ας πούμε μία αρχηγός χωρίς υπηκόους ή με συντρόφους μετρημένους στα δάχτυλα. Εμένα οι ρομαντικοί ήρωες δε μου λένε τίποτα. Το αντίθετο μάλιστα. 
Με εκνευρίζουν. Αυτό, νομίζω, το έχω ξαναπεί. Αυτά τα σχέδια και τα όνειρα , που όταν τα πιστεύουμε το σύμπαν θα συνομοτησει στο πλευρό μας; Τρίχες! Εντελώς τρίχες! Έτσι το σπίτι των προγόνων μου στην Αυλώνα, που το πήρα το 2008 για να το αναστήλωσω και να το φτιάξω, όπως έπρεπε, ένα πέτρινο χτισμένο το 1920 ήλθε η κρίση να μου αποδείξει ότι και μια δεκαετία μετά δεν έχω το δικαίωμα να κάνω πια πολιτιστικά ή εθνολογικα όνειρα, εγώ ή συνταξιούχα Ελληνίδα. Forbidden, που θα έλεγε κι η κα Μερκελ και ο λατρεμένος μου κος Σόιμπλε. Τέλος εποχής. Κι ούτε ερπη έβγαλα εγώ ούτε με περιμένει καμία κυβερνητική παρηγοριά, που απέτυχα, που ηττήθηκα για άλλη μια φορά, που δεν τα κατάφερα, που το σύμπαν χεσμενη με έχει, με είχε και μάλλον θα με έχει μέχρι την τελευταία έξοδο... 
 Κατά τα άλλα το χωριό μου, η Αυλώνα , ήταν το ίδιο όμορφο, όπως πάντα. Είναι εγωιστικό, το ξέρω, όμως, ο άνθρωπος βλέπει πάντα το χωριό του πιο γοητευτικό, πιο μοναδικό και πιο σπουδαίο από των άλλων. Κι εγώ έχω ένα μικρό χωριό, την Αυλώνα Μεσσηνίας και ένα μεγάλο, το Περιστέρι Αττικής. Οι αμυγδαλιές άνθισαν και φέτος και τα δρομάκια του χωριού, αν και στενά, από την εποχή, που δεν είχαμε αυτοκίνητα και αν και άδεια από παιδικές φωνές (ποιος γεννάει παιδιά στα χωριά ή μάλλον ποιος Έλληνας γεννάει παιδιά γενικά;). 
 - Εσύ είσαι, Παρασκευουλα μου; με ρωτάει ένας συγχωριανος και ξαφνικά γίνομαι πάλι παιδί και χοροπηδαω στα καλντερίμια της πλατείας , τρώγοντας ένα κομμάτι παστέλι (από το καλό κι όχι από το φτηνό, το ξέραμενο). Από το χθεσινό ταξίδι, μου έμειναν οι πολλές αποδειξεις από τα διόδια, η ομίχλη στην Τσακωνια, ένα σακούλι αγορασμένες λαλαγκιδες, να μου θυμίζουν την εξαδέλφη την Τουλα, ένα κομμάτι τυρί από γάλα γιδισιο, που αποκλειεται να είναι καλύτερο από της θείας μας της Ελένης και ένα πακέτο χυλοπίτες ψιλές, σαν κι εκείνες, που μου έφτιαχνε η Ασπασουλα η μεγάλη.
 Η πικρα των κλεισμενων σπιτιών έρχεται και κολλάει στο δέρμα σου, στη ψυχή σου, γίνεται δακρια στα μάτια σου, αντίο στις αγαπημένες σκιές της Μεγάλης Βρύσης. Αυτό ηταν, λοιπόν. Όσοι το καταλάβαμε, το καταλάβαμε. 
Κι όσοι γεμίσαμε θέα τα μάτια μας, ας χαιρετίσουμε από άκρη σε άκρη το θεωρείο, σαν να είμαστε ακόμη εμείς οι πρωταγωνιστές της σκηνής. Αύριο έχω κι άλλα πράγματα να κάνω. Ελπίζω τέλος πάντων. Κάπου θα το πετύχω αυτό το ρημάδι το σύμπαν. Δε μπορεί. Γλασκόβη σου έρχομαι. Σύντομα! 
ΒΙΒΉ ΓΕΩΡΓΑΚΑ